Греческий словарь
с грамматикой

καύσιμο

[ˈkafsimoˌ]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
топливо, горючее
fuel · καύσιμο για το αυτοκίνητο — топливо для автомобиля

Грамматика

Ед. ч.
им.
το καύσιμο
вин.
το καύσιμο
род.
του καυσίμου
зват.
καύσιμο
Мн. ч.
им.
τα καύσιμα
вин.
τα καύσιμα
род.
των καυσίμων
зват.
καύσιμα

Примеры

Το καύσιμο είναι ακριβό αυτόν τον μήνα.
На этот месяц топливо стало дорогим. · Fuel is expensive this month.
Πρέπει να γεμίσουμε τα καύσιμα του αυτοκινήτου.
Нужно заправить машину. · We need to fill up the car with fuel.
Ο σταθμός καυσίμων είναι κλειστός σήμερα.
АЗС закрыта сегодня. · The fuel station is closed today.