καφετέρια
[kafeˈteria]существительноеη · женский родA1
Значения
1
кафе, кофейня
café, coffee shop · πίνω καφέ στην καφετέρια — пью кофе в кафе
2
школьная столовая, буфет
school café, cafeteria, canteen · τρώω στη σχολική καφετέρια — ем в школьной столовой
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καφετέρια
вин.
την καφετέρια
род.
της καφετέριας
зват.
καφετέρια
Мн. ч.
им.
οι καφετέριες
вин.
τις καφετέριες
род.
των καφετεριών
зват.
καφετέριες
Примеры
Η καφετέρια ανοίγει στις οχτώ το πρωί.
Кафе открывается в восемь утра. · The café opens at eight in the morning.
Πάμε για καφέ στην καφετέρια της γωνίας.
Пойдём на кофе в угловое кафе. · Let's go for coffee at the corner café.
Τα παιδιά τρώνε μεσημεριανό στη σχολική καφετέρια.
Дети едят обед в школьной столовой. · The children eat lunch in the school cafeteria.
Συναντήθηκα με τη Μαρία στις καφετέριες του κέντρου.
Я встретился с Марией в кафе центра города. · I met Maria at the cafés in the city centre.