Греческий словарь
с грамматикой

κατόρθωμα

[kɑˈtorθomɑ]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
подвиг, доблестный поступок
feat, exploit, achievement · ένα σπουδαίο κατόρθωμα — великий подвиг
2
успешное, удачное дело
successful accomplishment, triumph · κατόρθωμα της τέχνης — шедевр искусства

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κατόρθωμα
вин.
το κατόρθωμα
род.
του κατορθώματος
зват.
κατόρθωμα
Мн. ч.
им.
τα κατορθώματα
вин.
τα κατορθώματα
род.
των κατορθωμάτων
зват.
κατορθώματα

Примеры

Το κατόρθωμα του αθλητή εντυπωσίασε όλο το κόσμο.
Подвиг спортсмена поразил весь мир. · The athlete's feat impressed the whole world.
Αυτό είναι ένα μεγάλο κατόρθωμα της επιστήμης.
Это великое достижение науки. · This is a great achievement of science.
Τα κατορθώματα των αρχαίων Ελλήνων μας εμπνέουν.
Подвиги древних греков вдохновляют нас. · The exploits of ancient Greeks inspire us.