Греческий словарь
с грамматикой

κατοχυρώνω

[katoxiˈrono]глаголC1

Значения

1
юридически закреплять, гарантировать (права, свободы)
to enshrine, to guarantee legally (rights, freedoms) · κατοχυρώνω δικαιώματα στο Σύνταγμα — закрепляю права в Конституции
2
обеспечивать, гарантировать (результат, успех)
to secure, to ensure (an outcome, success) · κατοχυρώνω τη νίκη με στρατηγική — обеспечиваю победу стратегией

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατοχυρώνω
εσύ
κατοχυρώνεις
αυτός
κατοχυρώνει
εμείς
κατοχυρώνουμε
εσείς
κατοχυρώνετε
αυτοί
κατοχυρώνουν
Аорист
εγώ
κατοχύρωσα
εσύ
κατοχύρωσες
αυτός
κατοχύρωσε
εμείς
κατοχυρώσαμε
εσείς
κατοχυρώσατε
αυτοί
κατοχύρωσαν
Будущее
εγώ
θα κατοχυρώσω
εσύ
θα κατοχυρώσεις
αυτός
θα κατοχυρώσει
εμείς
θα κατοχυρώσουμε
εσείς
θα κατοχυρώσετε
αυτοί
θα κατοχυρώσουν

Примеры

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Конституция закрепляет демократию и права человека. · The Constitution enshrines democracy and human rights.
Η αγορά σημαντικών αποθεμάτων κατοχύρωσε τη θέση της εταιρείας.
Закупка важных резервов обеспечила позицию компании. · The purchase of strategic reserves secured the company's position.
Θέλουμε να κατοχυρώσουμε τις συμφωνίες με νομικά έγγραφα.
Мы хотим закрепить соглашения юридическими документами. · We want to secure the agreements with legal documents.
Η διεθνής συνθήκη κατοχύρωσε τα περιβαλλοντικά πρότυπα.
Международный договор закрепил экологические стандарты. · The international treaty enshrined environmental standards.