Греческий словарь
с грамматикой

κατουρώ

[katouˈro]глаголA1

Значения

1
мочиться, писать (о моче)
to urinate, to pee · το παιδί κατούρησε — ребёнок помочился

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατουρώ
εσύ
κατουράς
αυτός
κατουρά
εμείς
κατουράμε
εσείς
κατουράτε
αυτοί
κατουράνε
Аорист
εγώ
κατούρησα
εσύ
κατούρησες
αυτός
κατούρησε
εμείς
κατουρήσαμε
εσείς
κατουρήσατε
αυτοί
κατούρησαν
Будущее
εγώ
θα κατουρήσω
εσύ
θα κατουρήσεις
αυτός
θα κατουρήσει
εμείς
θα κατουρήσουμε
εσείς
θα κατουρήσετε
αυτοί
θα κατουρήσουν

Примеры

Το μικρό παιδί κατούρησε στο κρεβάτι.
Маленький ребёнок помочился в кровать. · The little child wet the bed.
Ο σκύλος κατουρά σε κάθε δέντρο.
Собака писает на каждое дерево. · The dog pees on every tree.
Προσέχ΄, κατούρησε τα παντελόνια του.
Смотри, он описал свои штаны. · Look, he wet his pants.