Греческий словарь
с грамматикой

κατορθώνω

[katorˈθono]глаголB1

Значения

1
добиться успеха, успешно выполнить
to succeed, to accomplish · κατόρθωσε το όνειρό του — ему удалось осуществить свою мечту
2
суметь, справиться с чем-либо
to manage, to cope with · κατόρθωσε να φύγει — ему удалось уехать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατορθώνω
εσύ
κατορθώνεις
αυτός
κατορθώνει
εμείς
κατορθώνουμε
εσείς
κατορθώνετε
αυτοί
κατορθώνουν
Аорист
εγώ
κατόρθωσα
εσύ
κατόρθωσες
αυτός
κατόρθωσε
εμείς
κατορθώσαμε
εσείς
κατορθώσατε
αυτοί
κατόρθωσαν
Будущее
εγώ
θα κατορθώσω
εσύ
θα κατορθώσεις
αυτός
θα κατορθώσει
εμείς
θα κατορθώσουμε
εσείς
θα κατορθώσετε
αυτοί
θα κατορθώσουν

Примеры

Κατόρθωσε να περάσει το δύσκολο τεστ.
Ему удалось пройти сложный тест. · He managed to pass the difficult test.
Δεν κατορθώνει να συγκεντρωθεί στη δουλειά.
Он не может сосредоточиться на работе. · He can't manage to concentrate on his work.
Οι αθλητές κατόρθωσαν να κερδίσουν το πρωτάθλημα.
Спортсменам удалось выиграть чемпионат. · The athletes succeeded in winning the championship.
Θα κατορθώσουμε να ολοκληρώσουμε το έργο.
Нам удастся завершить проект. · We will manage to complete the project.