Греческий словарь
с грамматикой

κατοικώ

[katɔˈikɔ]глаголA2

Значения

1
жить, проживать (в каком-л. месте)
to live, to reside (in a place) · κατοικώ στην Αθήνα — я живу в Афинах
2
обитать, населять (о людях или животных)
to inhabit, to dwell · κατοικούν τα δάση — они обитают в лесах

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατοικώ
εσύ
κατοικείς
αυτός
κατοικεί
εμείς
κατοικούμε
εσείς
κατοικείτε
αυτοί
κατοικούν
Аорист
εγώ
κατώκησα
εσύ
κατώκησες
αυτός
κατώκησε
εμείς
κατωκήσαμε
εσείς
κατωκήσατε
αυτοί
κατώκησαν
Будущее
εγώ
θα κατοικήσω
εσύ
θα κατοικήσεις
αυτός
θα κατοικήσει
εμείς
θα κατοικήσουμε
εσείς
θα κατοικήσετε
αυτοί
θα κατοικήσουν

Примеры

Κατοικώ σε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο.
Я живу в маленькой квартире в центре. · I live in a small flat in the centre.
Οι παππούδες μου κατοικούν στη Θεσσαλονίκη.
Мои бабушка и дедушка проживают в Салониках. · My grandparents live in Thessaloniki.
Πολλά πουλιά κατοικούν σ' αυτό το δάσος.
Много птиц обитает в этом лесу. · Many birds inhabit this forest.
Θα κατοικήσουν εκεί για πολλά χρόνια.
Они будут жить там много лет. · They will live there for many years.