Греческий словарь
с грамматикой

κατηγορώ

[katiɣoˈro]глаголB1

Значения

1
обвинять, приписывать кому-либо вину
to accuse, to charge someone with a crime or wrongdoing · κατηγορώ κάποιον για κλοπή — обвинять кого-то в краже
2
критиковать, порицать
to criticize, to condemn · κατηγορώ τη στάση του — критиковать его поведение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατηγορώ
εσύ
κατηγορείς
αυτός
κατηγορεί
εμείς
κατηγορούμε
εσείς
κατηγορείτε
αυτοί
κατηγορούν
Аорист
εγώ
κατήγορα
εσύ
κατήγορες
αυτός
κατήγορε
εμείς
κατηγορήσαμε
εσείς
κατηγορήσατε
αυτοί
κατήγοραν
Будущее
εγώ
θα κατηγορήσω
εσύ
θα κατηγορήσεις
αυτός
θα κατηγορήσει
εμείς
θα κατηγορήσουμε
εσείς
θα κατηγορήσετε
αυτοί
θα κατηγορήσουν

Примеры

Τον κατηγορούν για διαφθορά.
Его обвиняют в коррупции. · He is accused of corruption.
Ο δικηγόρος κατήγορε τον被告.
Адвокат обвинил подсудимого. · The lawyer accused the defendant.
Δεν θα σε κατηγορήσω για αυτό.
Я не буду тебя за это критиковать. · I won't criticize you for that.
Κατηγορούμε την κυβέρνηση για αδράνεια.
Мы упрекаем правительство в бездействии. · We condemn the government for inaction.