κατηγορούμενος
[katiɣoˈrumenos]прилагательноеC1
Значения
1
обвиняемый, подсудимый
accused, defendant · ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο — подсудимый в суде
2
предполагаемый, так называемый (формальный тон)
alleged, so-called (formal register) · ο κατηγορούμενος δράστης — предполагаемый преступник
Грамматика
мужской род
им.
κατηγορούμενος
вин.
κατηγορούμενο
род.
κατηγορούμενου
зват.
κατηγορούμενε
женский род
им.
κατηγορούμενη
вин.
κατηγορούμενη
род.
κατηγορούμενης
зват.
κατηγορούμενη
средний род
им.
κατηγορούμενο
вин.
κατηγορούμενο
род.
κατηγορούμενου
зват.
κατηγορούμενο
Примеры
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες εναντίον του.
Обвиняемый отрицал все выдвинутые против него обвинения. · The defendant denied all charges against him.
Η κατηγορούμενη εκτίει ποινή πέντε ετών.
Подсудимая отбывает пятилетний срок. · The defendant is serving a five-year sentence.
Ο κατηγορούμενος δράστης φέρεται να έχει φύγει τη χώρα.
Предполагаемый преступник якобы скрылся из страны. · The alleged perpetrator is said to have fled the country.
Οι κατηγορούμενοι θα απολογηθούν στην επόμενη συνεδρίαση.
Подсудимые дадут показания на следующем заседании. · The defendants will testify at the next hearing.