κατηγοριοποίηση
[katiɣoriopoˈisi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
категоризация, классификация по категориям
categorization, classification into categories · η κατηγοριοποίηση των δεδομένων — категоризация данных
2
обвинение, предъявление обвинения
accusation, charging someone with an offense · η κατηγοριοποίηση ενός κατηγόρου — обвинение подозреваемого
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κατηγοριοποίηση
вин.
την κατηγοριοποίηση
род.
της κατηγοριοποίησης
зват.
κατηγοριοποίηση
Мн. ч.
им.
οι κατηγοριοποιήσεις
вин.
τις κατηγοριοποιήσεις
род.
των κατηγοριοποιήσεων
зват.
κατηγοριοποιήσεις
Примеры
Η κατηγοριοποίηση των προϊόντων διευκολύνει την αναζήτηση.
Категоризация товаров облегчает поиск. · Categorization of products makes searching easier.
Η κατηγοριοποίησή του ως τρομοκράτη ήταν αμφιλεγόμενη.
Его обвинение в терроризме было спорным. · His categorization as a terrorist was controversial.
Οι κατηγοριοποιήσεις στη βιολογία βασίζονται σε μορφολογικά κριτήρια.
Классификации в биологии основаны на морфологических критериях. · Categorizations in biology are based on morphological criteria.