Греческий словарь
с грамматикой

κατηγορητήριο

[katiɣoriˈtirio]существительноеτο · средний родC1

Значения

1
обвинительный акт, обвинение (юридический документ)
indictment, charge (legal document) · ο εισαγγελέας κατέθεσε κατηγορητήριο — прокурор подал обвинение
2
обвинение, обличение (в более широком смысле)
accusation, charge (in a broader sense) · άδικο κατηγορητήριο — несправедливое обвинение

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κατηγορητήριο
вин.
το κατηγορητήριο
род.
του κατηγορητηρίου
зват.
κατηγορητήριο
Мн. ч.
им.
τα κατηγορητήρια
вин.
τα κατηγορητήρια
род.
των κατηγορητηρίων
зват.
κατηγορητήρια

Примеры

Το κατηγορητήριο κατέθεσε ο εισαγγελέας στο δικαστήριο.
Прокурор подал обвинение в суд. · The prosecutor filed the indictment with the court.
Ο δικηγόρος απέρριψε τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου.
Адвокат опроверг обвинения, содержащиеся в акте. · The lawyer refuted the charges in the indictment.
Τα κατηγορητήρια σε πολλές υποθέσεις ήταν αβάσιμα.
Во многих делах обвинения были необоснованными. · In many cases the indictments were unfounded.