Греческий словарь
с грамматикой

κατηγορηματικός

[katiɣoriˈmatikos]прилагательноеC1

Значения

1
категоричный, решительный, безусловный
categorical, definitive, unequivocal · κατηγορηματική άρνηση — категорический отказ
2
(грамм.) относящийся к сказуемому
(gram.) predicative · κατηγορηματικό επίθετο — предикативное прилагательное

Грамматика

мужской род
им.
κατηγορηματικός
вин.
κατηγορηματικό
род.
κατηγορηματικού
зват.
κατηγορηματικέ
женский род
им.
κατηγορηματική
вин.
κατηγορηματική
род.
κατηγορηματικής
зват.
κατηγορηματική
средний род
им.
κατηγορηματικό
вин.
κατηγορηματικό
род.
κατηγορηματικού
зват.
κατηγορηματικό

Примеры

Η απάντησή του ήταν κατηγορηματικά αρνητική.
Его ответ был категорически отрицательным. · His answer was categorically negative.
Δεν θα δεχθώ κατηγορηματικές προτάσεις χωρίς απόδειξη.
Я не приму голословные утверждения без доказательств. · I won't accept categorical claims without proof.
Στην γλωσσολογία, το επίθετο μπορεί να είναι κατηγορηματικό ή attributive.
В лингвистике прилагательное может быть предикативным или атрибутивным. · In linguistics, an adjective can be predicative or attributive.