κατεύθυνση
[kateˈʎinsi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
направление
direction · προς τη σωστή κατεύθυνση — в правильном направлении
2
курс, ориентация
course, orientation · η κατεύθυνση της πολιτικής — курс политики
3
указание, инструкция
instruction, guidance · κατεύθυνση από τον δάσκαλο — указание учителя
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κατεύθυνση
вин.
την κατεύθυνση
род.
της κατεύθυνσης
зват.
κατεύθυνση
Мн. ч.
им.
οι κατευθύνσεις
вин.
τις κατευθύνσεις
род.
των κατευθύνσεων
зват.
κατευθύνσεις
Примеры
Ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρω;
Какое направление мне выбрать? · Which direction should I take?
Η κατεύθυνση της εταιρείας αλλάζει αυτό το έτος.
Курс компании меняется в этом году. · The company's direction is changing this year.
Ακολούθησε τις κατευθύνσεις του καθηγητή προσεκτικά.
Он внимательно следовал указаниям преподавателя. · He carefully followed the teacher's instructions.
Δεν ήξερε την κατεύθυνση του σπιτιού.
Он не знал, в какую сторону идти дом. · He didn't know which way the house was.