Греческий словарь
с грамматикой

κατευθύνω

[kateˈθino]глаголB1

Значения

1
направлять, указывать направление
to direct, to point in a direction · κατευθύνω το αυτοκίνητο προς τον δρόμο — направляю машину на дорогу
2
руководить, управлять, возглавлять
to lead, to manage, to head · κατευθύνει την εταιρεία με δεξιότητα — руководит компанией с умением
3
ориентировать, направлять (чьи-либо усилия, внимание)
to guide, to orient (efforts, attention) · κατευθύνει τους μαθητές στη σωστή κατεύθυνση — направляет учеников в правильном направлении

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατευθύνω
εσύ
κατευθύνεις
αυτός
κατευθύνει
εμείς
κατευθύνουμε
εσείς
κατευθύνετε
αυτοί
κατευθύνουν
Аорист
εγώ
κατεύθυνα
εσύ
κατεύθυνες
αυτός
κατεύθυνε
εμείς
κατευθύναμε
εσείς
κατευθύνατε
αυτοί
κατεύθυναν
Будущее
εγώ
θα κατευθύνω
εσύ
θα κατευθύνεις
αυτός
θα κατευθύνει
εμείς
θα κατευθύνουμε
εσείς
θα κατευθύνετε
αυτοί
θα κατευθύνουν

Примеры

Κατευθύνει τα πόδια του προς το σπίτι.
Он направляет ноги к дому. · He directs his feet toward the house.
Ο διευθυντής κατευθύνει το έργο της ομάδας.
Директор управляет работой команды. · The director manages the team's work.
Την κατεύθυνε στη σωστή απόφαση.
Он направил её к правильному решению. · He guided her toward the right decision.
Πρέπει να κατευθύνουμε τις προσπάθειες μας σε νέους στόχους.
Нам нужно направить наши усилия на новые цели. · We need to direct our efforts toward new goals.