Греческий словарь
с грамматикой

κατευθύνομαι

[kateˈθino-me]глаголB1

Значения

1
направляться, идти в определённом направлении
to head towards, to go in a direction · κατευθύνομαι προς το σπίτι — направляюсь домой
2
ориентироваться, определяться
to orient oneself, to determine one's course · κατευθύνομαι από τα αστέρια — ориентируюсь по звёздам

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατευθύνομαι
εσύ
κατευθύνεσαι
αυτός
κατευθύνεται
εμείς
κατευθυνόμαστε
εσείς
κατευθύνεστε
αυτοί
κατευθύνονται
Аорист
εγώ
κατευθύνθηκα
εσύ
κατευθύνθηκες
αυτός
κατευθύνθηκε
εμείς
κατευθύνθηκαν
εσείς
κατευθύνθηκατε
αυτοί
κατευθύνθηκαν
Будущее
εγώ
θα κατευθυνθώ
εσύ
θα κατευθυνθείς
αυτός
θα κατευθυνθεί
εμείς
θα κατευθυνθούμε
εσείς
θα κατευθυνθείτε
αυτοί
θα κατευθυνθούν

Примеры

Κατευθύνομαι προς την πλατεία του χωριού.
Я направляюсь к площади деревни. · I am heading towards the village square.
Χθες κατευθύνθηκαν στο νέο εμπορικό κέντρο.
Вчера они направились в новый торговый центр. · Yesterday they headed to the new shopping centre.
Θα κατευθυνθείς προς τα βόρεια αν ακολουθήσεις αυτό το δρόμο.
Ты направишься на север, если пойдёшь по этой дороге. · You will head north if you follow this road.
Κατευθυνόμαστε με βάση τα σημάδια των δρόμων.
Мы ориентируемся по дорожным знакам. · We are orienting ourselves by the road signs.