Греческий словарь
с грамматикой

κατευθυντήριος

[katevθintˈirios]прилагательноеC1

Значения

1
направляющий, руководящий
guiding, directing · κατευθυντήριος ιδέα — направляющая идея
2
руководящий (о документе, принципе)
steering, governing (of a document or principle) · κατευθυντήρια αρχή — руководящий принцип

Грамматика

мужской род
им.
κατευθυντήριος
вин.
κατευθυντήριο
род.
κατευθυντηρίου
зват.
κατευθυντήριε
женский род
им.
κατευθυντήρια
вин.
κατευθυντήρια
род.
κατευθυντηρίας
зват.
κατευθυντήρια
средний род
им.
κατευθυντήριο
вин.
κατευθυντήριο
род.
κατευθυντηρίου
зват.
κατευθυντήριο

Примеры

Η κατευθυντήρια αρχή του σχεδίου ήταν η δικαιοσύνη.
Направляющим принципом проекта была справедливость. · The guiding principle of the project was justice.
Το κατευθυντήριο κείμενο περιέχει τις βασικές πολιτικές.
Руководящий документ содержит основную политику. · The steering document contains the core policies.
Τα κατευθυντήρια σημεία βοηθούν στη λήψη αποφάσεων.
Направляющие пункты помогают в принятии решений. · The guiding points help in decision-making.