Греческий словарь
с грамматикой

κατεστραμμένος

[katestraˈmenos]прилагательноеB2

Значения

1
разрушенный, разломанный
destroyed, ruined, wrecked · το κατεστραμμένο σπίτι — разрушенный дом
2
израсходованный, истощенный (о ресурсах, силах)
exhausted, depleted, spent · κατεστραμμένα αποθέματα — истощенные запасы

Грамматика

мужской род
им.
κατεστραμμένος
вин.
κατεστραμμένο
род.
κατεστραμμένου
зват.
κατεστραμμένε
женский род
им.
κατεστραμμένη
вин.
κατεστραμμένη
род.
κατεστραμμένης
зват.
κατεστραμμένη
средний род
им.
κατεστραμμένο
вин.
κατεστραμμένο
род.
κατεστραμμένου
зват.
κατεστραμμένο

Примеры

Το κατεστραμμένο κτίριο στο κέντρο της πόλης περιμένει ανακατασκευή.
Разрушенное здание в центре города ждет реконструкции. · The destroyed building in the city center awaits reconstruction.
Μετά τον πόλεμο, η χώρα βρέθηκε κατεστραμμένη οικονομικά.
После войны страна оказалась в полном экономическом разорении. · After the war, the country was left economically ruined.
Τα κατεστραμμένα αποθέματα τροφίμων ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα.
Истощенные продовольственные запасы были серьезной проблемой. · The depleted food reserves were a serious problem.