Греческий словарь
с грамматикой

κατεδαφίζω

[katedaˈfizo]глаголC1

Значения

1
снести (здание), разрушить до основания
to demolish, to raze to the ground · κατεδαφίζουν το παλιό κτίριο — сносят старое здание
2
уничтожить полностью, истребить
to annihilate, to destroy utterly · κατεδάφισε την αντίπαλη δύναμη — полностью уничтожил противника

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατεδαφίζω
εσύ
κατεδαφίζεις
αυτός
κατεδαφίζει
εμείς
κατεδαφίζουμε
εσείς
κατεδαφίζετε
αυτοί
κατεδαφίζουν
Аорист
εγώ
κατεδάφισα
εσύ
κατεδάφισες
αυτός
κατεδάφισε
εμείς
κατεδαφίσαμε
εσείς
κατεδαφίσατε
αυτοί
κατεδάφισαν
Будущее
εγώ
θα κατεδαφίσω
εσύ
θα κατεδαφίσεις
αυτός
θα κατεδαφίσει
εμείς
θα κατεδαφίσουμε
εσείς
θα κατεδαφίσετε
αυτοί
θα κατεδαφίσουν

Примеры

Η κυβέρνηση κατεδάφισε το παλιό νοσοκομείο.
Правительство снесло старую больницу. · The government demolished the old hospital.
Θα κατεδαφίσουν τα κτίρια της εγκατάστασης.
Они разрушат здания комплекса. · They will raze the buildings of the facility.
Ο στρατός κατεδάφισε τις άμυνες του εχθρού.
Армия полностью уничтожила оборону врага. · The army utterly annihilated the enemy's defences.