Греческий словарь
с грамматикой

καταχωρώ

[kataxoˈro]глаголB1

Значения

1
регистрировать, заносить (в список, документ)
to register, to record, to enter (in a list or document) · καταχωρώ τα στοιχεία — заносить данные
2
подавать иск, регистрировать претензию
to file, to lodge (a complaint or claim) · καταχωρώ μήνυση — подавать иск

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταχωρώ
εσύ
καταχωρείς
αυτός
καταχωρεί
εμείς
καταχωρούμε
εσείς
καταχωρείτε
αυτοί
καταχωρούν
Аорист
εγώ
κατέχωρα
εσύ
κατέχωρες
αυτός
κατέχωρε
εμείς
κατεχωράμε
εσείς
κατεχωράτε
αυτοί
κατέχωραν
Будущее
εγώ
θα καταχωρήσω
εσύ
θα καταχωρήσεις
αυτός
θα καταχωρήσει
εμείς
θα καταχωρήσουμε
εσείς
θα καταχωρήσετε
αυτοί
θα καταχωρήσουν

Примеры

Η τράπεζα καταχώρησε την πληρωμή χθες.
Вчера банк зарегистрировал платёж. · The bank recorded the payment yesterday.
Πρέπει να καταχωρήσουμε τα νέα δεδομένα στο σύστημα.
Нам нужно внести новые данные в систему. · We need to enter the new data into the system.
Ο δικηγόρος καταχώρησε μήνυση ενάντια της εταιρείας.
Адвокат подал иск против компании. · The lawyer filed a lawsuit against the company.
Καταχωρούν όλες τις συναλλαγές αυτόματα.
Все операции регистрируются автоматически. · All transactions are recorded automatically.