Греческий словарь
с грамматикой

καταφθάνω

[kataˈfθano]глаголB1

Значения

1
прибывать, приходить (в конечный пункт)
arrive, reach (a destination) · καταφθάνει στην Αθήνα — прибывает в Афины
2
доходить, дошёл (информация, новость)
reach, come to (information, news) · Τα νέα καταφθάνουν αργά — Новости доходят медленно

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταφθάνω
εσύ
καταφθάνεις
αυτός
καταφθάνει
εμείς
καταφθάνουμε
εσείς
καταφθάνετε
αυτοί
καταφθάνουν
Аорист
εγώ
κατέφθασα
εσύ
κατέφθασες
αυτός
κατέφθασε
εμείς
κατεφθάσαμε
εσείς
κατεφθάσατε
αυτοί
κατέφθασαν
Будущее
εγώ
θα κατεφθάσω
εσύ
θα κατεφθάσεις
αυτός
θα κατεφθάσει
εμείς
θα κατεφθάσουμε
εσείς
θα κατεφθάσετε
αυτοί
θα κατεφθάσουν

Примеры

Το τρένο καταφθάνει στις πέντε το απόγευμα.
Поезд прибывает в пять часов вечера. · The train arrives at five o'clock in the afternoon.
Κατεφθάσαμε στο νησί μετά από δώδεκα ώρες.
Мы добрались до острова спустя двенадцать часов. · We reached the island after twelve hours.
Σε λίγες μέρες θα καταφθάσουν τα αποτελέσματα.
Через несколько дней придут результаты. · In a few days the results will arrive.
Οι επιστολές δεν κατέφθασαν ποτέ.
Письма так и не пришли. · The letters never arrived.