Греческий словарь
с грамматикой

καταφεύγω

[katafˈeviɣo]глаголB1

Значения

1
искать убежище, спасаться бегством
to take refuge, to flee for safety · καταφεύγω στα βουνά — спасаюсь в горах
2
прибегать (к чему-либо), обращаться в последнюю очередь
to resort to, to turn to (as a last resort) · καταφεύγω σε δικηγόρο — обращаюсь к адвокату

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταφεύγω
εσύ
καταφεύγεις
αυτός
καταφεύγει
εμείς
καταφεύγουμε
εσείς
καταφεύγετε
αυτοί
καταφεύγουν
Аорист
εγώ
κατέφυγα
εσύ
κατέφυγες
αυτός
κατέφυγε
εμείς
κατεφύγαμε
εσείς
κατεφύγατε
αυτοί
κατέφυγαν
Будущее
εγώ
θα καταφύγω
εσύ
θα καταφύγεις
αυτός
θα καταφύγει
εμείς
θα καταφύγουμε
εσείς
θα καταφύγετε
αυτοί
θα καταφύγουν

Примеры

Κατέφυγαν στο δάσος για να σωθούν.
Они спаслись в лесу. · They took refuge in the forest to save themselves.
Πολλοί πρόσφυγες καταφεύγουν στα κοντινά χωριά.
Много беженцев ищут убежище в близлежащих деревнях. · Many refugees are taking refuge in nearby villages.
Θα καταφύγω στα δικαστήρια αν δεν λυθεί το πρόβλημα.
Я обращусь в суд, если проблема не решится. · I will resort to the courts if the problem is not resolved.
Σε δύσκολες στιγμές, καταφεύγουν στην οικογένεια.
В трудные моменты они обращаются к семье. · In difficult times, they turn to their family.