Греческий словарь
с грамматикой

κατατίθημι

[kataˈtiθimi]глаголC1

Значения

1
откладывать, откладывать про запас, сохранять
to deposit, to lay down, to set aside, to store · κατατίθεμαι χρήματα στην τράπεζα — класть деньги в банк
2
предлагать, выдвигать (идею, предложение)
to propose, to put forward, to submit · κατατίθεσαι μια πρόταση — выдвигать предложение
3
класть, помещать, расставлять
to place, to put, to set · κατατίθεμαι στέφανο στο μνημείο — возлагать венок на памятник

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατατίθημι
εσύ
κατατίθης
αυτός
κατατίθησι(ν)
εμείς
κατατίθεμεν
εσείς
κατατίθετε
αυτοί
κατατιθέασι(ν)
Аорист
εγώ
κατέθηκα
εσύ
κατέθηκες
αυτός
κατέθηκε
εμείς
κατέθηκαν
εσείς
κατέθηκαν
αυτοί
κατέθηκαν
Будущее
εγώ
θα κατατεθώ
εσύ
θα κατατεθείς
αυτός
θα κατατεθεί
εμείς
θα κατατεθούμε
εσείς
θα κατατεθείτε
αυτοί
θα κατατεθούν

Примеры

Κατέθεσε τα χρήματά του στο σπίτι.
Он отложил свои деньги дома. · He put his money away at home.
Η κυβέρνηση κατατίθεται μια νέα πολιτική.
Правительство предлагает новую политику. · The government is putting forward a new policy.
Κατέθηκαν στέφανο στο μνημείο των πεσόντων.
Они возложили венок на памятник павшим. · They laid a wreath at the monument to the fallen.
Θα κατατεθούν οι όροι της συμφωνίας σε γραπτή μορφή.
Условия соглашения будут изложены в письменном виде. · The terms of the agreement will be set down in writing.