καταστροφικός
[kataˈstrofikos]прилагательноеB2
Значения
1
катастрофический, разрушительный
catastrophic, disastrous · καταστροφικές συνέπειες — катастрофические последствия
2
ужасный, критический
terrible, critical · καταστροφική κατάσταση — ужасное положение
Грамматика
мужской род
им.
καταστροφικός
вин.
καταστροφικό
род.
καταστροφικού
зват.
καταστροφικέ
женский род
им.
καταστροφική
вин.
καταστροφική
род.
καταστροφικής
зват.
καταστροφική
средний род
им.
καταστροφικό
вин.
καταστροφικό
род.
καταστροφικού
зват.
καταστροφικό
Примеры
Αυτή η απόφαση είχε καταστροφικές συνέπειες για την εταιρεία.
Это решение имело катастрофические последствия для компании. · This decision had catastrophic consequences for the company.
Η κατάσταση είναι καταστροφική και πρέπει να δράσουμε αμέσως.
Ситуация критическая, и мы должны действовать немедленно. · The situation is critical, and we must act immediately.
Το ατύχημα ήταν καταστροφικό για την ανθρωπότητα.
Авария была разрушительной для человечества. · The disaster was devastating for humanity.
Οι καταστροφικές πλημμύρες κατέστρεψαν πολλά χωριά.
Катастрофические наводнения разрушили много деревень. · The catastrophic floods destroyed many villages.