καταστροφή
[kataˈstrofi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
катастрофа, разрушение
catastrophe, disaster · φονική καταστροφή — смертельная катастрофа
2
крушение, провал
ruin, collapse · καταστροφή των σχεδίων — крушение планов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καταστροφή
вин.
την καταστροφή
род.
της καταστροφής
зват.
καταστροφή
Мн. ч.
им.
οι καταστροφές
вин.
τις καταστροφές
род.
των καταστροφών
зват.
καταστροφές
Примеры
Η καταστροφή του σπιτιού ήταν ολοσχερής.
Разрушение дома было полным. · The destruction of the house was complete.
Αυτό το λάθος οδήγησε στην καταστροφή του έργου.
Эта ошибка привела к краху проекта. · This mistake led to the failure of the project.
Οι καταστροφές από τον σεισμό ήταν τραγικές.
Последствия землетрясения были трагическими. · The consequences of the earthquake were tragic.