Греческий словарь
с грамматикой

καταστροφέας

[katastrɔˈfeas]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
разрушитель, тот, кто разрушает
destroyer, one who destroys · ο καταστροφέας της πόλης — разрушитель города
2
вредоносное существо (в мифологии, фантастике)
destructive creature, monster (in mythology, fiction) · καταστροφέας από το διάστημα — чудовище из космоса

Грамматика

Ед. ч.
им.
o καταστροφέας
вин.
τον καταστροφέα
род.
του καταστροφέα
зват.
καταστροφέα
Мн. ч.
им.
οι καταστροφείς
вин.
τους καταστροφείς
род.
των καταστροφέων
зват.
καταστροφείς

Примеры

Ο καταστροφέας κατέστρεψε όλα τα κτίρια.
Разрушитель разрушил все здания. · The destroyer demolished all the buildings.
Οι καταστροφείς ήρθαν από τα σύννεφα.
Чудовища пришли из облаков. · The monsters came from the clouds.
Ένας μυστηριώδης καταστροφέα απειλούσε τον κόσμο.
Таинственное чудовище угрожало миру. · A mysterious creature threatened the world.
Τον καταστροφέα συνέλαβαν οι ήρωες.
Героев поймали разрушители. · The heroes captured the destroyer.