Греческий словарь
с грамматикой

καταστρέφω

[kataˈstrefo]глаголB1

Значения

1
разрушать, уничтожать
to destroy, to ruin · καταστρέφει το σπίτι — разрушает дом
2
портить, испортить (планы, репутацию)
to spoil, to wreck (plans, reputation) · καταστρέφει τα σχέδιά μας — портит наши планы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταστρέφω
εσύ
καταστρέφεις
αυτός
καταστρέφει
εμείς
καταστρέφουμε
εσείς
καταστρέφετε
αυτοί
καταστρέφουν
Аорист
εγώ
κατέστρεψα
εσύ
κατέστρεψες
αυτός
κατέστρεψε
εμείς
κατεστρέψαμε
εσείς
κατεστρέψατε
αυτοί
κατέστρεψαν
Будущее
εγώ
θα καταστρέψω
εσύ
θα καταστρέψεις
αυτός
θα καταστρέψει
εμείς
θα καταστρέψουμε
εσείς
θα καταστρέψετε
αυτοί
θα καταστρέψουν

Примеры

Το σεισμό κατέστρεψε πολλά κτίρια.
Землетрясение разрушило много зданий. · The earthquake destroyed many buildings.
Μην καταστρέφεις τα παιχνίδια σου!
Не порти свои игрушки! · Don't ruin your toys!
Τα ψέματα κατέστρεψαν την εμπιστοσύνη.
Ложь разрушила доверие. · The lies destroyed their trust.
Θα καταστρέψουν τα σχέδιά του.
Они испортят его планы. · They will wreck his plans.