καταστατικός
[katastatiˈkos]прилагательноеC1
Значения
1
уставный, установленный уставом
constitutional, statutory, laid down by statute · καταστατικό δικαίωμα — уставное право
2
конституирующий, учредительный, образующий основу
constitutive, founding, that establishes the essence · καταστατικό στοιχείο — учредительный элемент
Грамматика
мужской род
им.
καταστατικός
вин.
καταστατικό
род.
καταστατικού
зват.
καταστατικέ
женский род
им.
καταστατική
вин.
καταστατική
род.
καταστατικής
зват.
καταστατική
средний род
им.
καταστατικό
вин.
καταστατικό
род.
καταστατικού
зват.
καταστατικό
Примеры
Το καταστατικό κείμενο ορίζει τις αρχές της ένωσης.
Уставный текст определяет принципы союза. · The statutory text sets out the union's principles.
Οι καταστατικές διατάξεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν εύκολα.
Уставные положения нельзя легко изменить. · Statutory provisions cannot be easily modified.
Αυτό είναι ένα καταστατικό δικαίωμα όλων των μελών.
Это уставное право всех членов. · This is a statutory right of all members.