καταστατικό
[katasta'tiko]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
устав, основной закон (организации, компании)
charter, bylaws, constitution (of an organization) · το καταστατικό του συλλόγου — устав клуба
2
учредительный акт, учредительный документ
founding document, articles of incorporation · το καταστατικό της εταιρείας — учредительный акт компании
Грамматика
Ед. ч.
им.
το καταστατικό
вин.
το καταστατικό
род.
του καταστατικού
зват.
καταστατικό
Мн. ч.
им.
τα καταστατικά
вин.
τα καταστατικά
род.
των καταστατικών
зват.
καταστατικά
Примеры
Το καταστατικό της εταιρείας περιγράφει τις υποχρεώσεις.
Устав компании описывает обязательства членов. · The company's charter sets out the members' obligations.
Σύμφωνα με το καταστατικό, ο πρόεδρος εκλέγεται ετησίως.
Согласно уставу, председатель избирается ежегодно. · Under the bylaws, the chairman is elected annually.
Τα καταστατικά των τραπεζών είναι πολύ αυστηρά.
Уставы банков очень строгие. · Bank charters are very stringent.
Πρέπει να τροποποιήσουμε το καταστατικό του σωματείου.
Нам нужно изменить устав организации. · We need to amend the organization's constitution.