Греческий словарь
с грамматикой

καταστέλλω

[kataˈstelo]глаголC1

Значения

1
подавлять, давить, подавить (восстание, мятеж, беспорядки)
suppress, quash, put down (uprising, rebellion, disorder) · καταστέλλω την εξέγερση — подавляю восстание
2
сдерживать, обуздывать (чувства, импульсы)
restrain, control, check (emotions, impulses) · καταστέλλω την οργή — сдерживаю гнев

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταστέλλω
εσύ
καταστέλλεις
αυτός
καταστέλλει
εμείς
καταστέλλουμε
εσείς
καταστέλλετε
αυτοί
καταστέλλουν
Аорист
εγώ
κατέστειλα
εσύ
κατέστειλες
αυτός
κατέστειλε
εμείς
κατεστείλαμε
εσείς
κατεστείλατε
αυτοί
κατέστειλαν
Будущее
εγώ
θα καταστείλω
εσύ
θα καταστείλεις
αυτός
θα καταστείλει
εμείς
θα καταστείλουμε
εσείς
θα καταστείλετε
αυτοί
θα καταστείλουν

Примеры

Η αστυνομία κατέστειλε τα επεισόδια με σθεναρή απόφαση.
Полиция решительно подавила беспорядки. · The police firmly quashed the rioting.
Ο κυβερνήτης προσπάθησε να καταστείλει τη δυσαρέσκεια.
Правитель пытался подавить недовольство. · The ruler tried to suppress the discontent.
Δεν μπορούσε να καταστείλει το θυμό του.
Он не мог сдержать свою ярость. · He could not restrain his fury.