Греческий словарь
с грамматикой

κατασκοπεύω

[kataskopˈevo]глаголB2

Значения

1
шпионить, вести разведку
to spy, to conduct espionage · κατασκοπεύει για το εχθρικό κράτος — шпионит для враждебного государства
2
следить, наблюдать скрытно
to watch, to observe secretly · κατασκοπεύει τις κινήσεις του αντιπάλου — следит за движениями противника

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατασκοπεύω
εσύ
κατασκοπεύεις
αυτός
κατασκοπεύει
εμείς
κατασκοπεύουμε
εσείς
κατασκοπεύετε
αυτοί
κατασκοπεύουν
Аорист
εγώ
κατασκόπευσα
εσύ
κατασκόπευσες
αυτός
κατασκόπευσε
εμείς
κατασκοπεύσαμε
εσείς
κατασκοπεύσατε
αυτοί
κατασκόπευσαν
Будущее
εγώ
θα κατασκοπεύω
εσύ
θα κατασκοπεύεις
αυτός
θα κατασκοπεύει
εμείς
θα κατασκοπεύουμε
εσείς
θα κατασκοπεύετε
αυτοί
θα κατασκοπεύουν

Примеры

Οι πράκτορες κατασκόπευαν τη δραστηριότητα της οργάνωσης.
Агенты вели разведку деятельности организации. · The agents were spying on the organization's activities.
Δεν πρέπει να κατασκοπεύουμε τους ανθρώπους χωρίς άδεια.
Нельзя следить за людьми без разрешения. · We shouldn't spy on people without permission.
Κατασκόπευσε τα σχέδια του ανταγωνιστή του για χρόνια.
Он много лет следил за планами своего конкурента. · He watched his competitor's plans for years.
Θα κατασκοπεύει τη περιοχή μέχρι να ολοκληρώσει την αποστολή.
Он будет следить за районом, пока не завершит миссию. · He will observe the area until he completes the mission.