Греческий словарь
с грамматикой

κατασκηνώνω

[kataskinˈono]глаголB1

Значения

1
разбивать лагерь, устраивать лагерь
to camp, to set up camp · κατασκηνώνω στο δάσος — разбиваю лагерь в лесу
2
останавливаться временно, поселяться
to settle temporarily, to stay · κατασκηνώνω σε ένα χωριό — останавливаюсь в деревне

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατασκηνώνω
εσύ
κατασκηνώνεις
αυτός
κατασκηνώνει
εμείς
κατασκηνώνουμε
εσείς
κατασκηνώνετε
αυτοί
κατασκηνώνουν
Аорист
εγώ
κατασκήνωσα
εσύ
κατασκήνωσες
αυτός
κατασκήνωσε
εμείς
κατασκηνώσαμε
εσείς
κατασκηνώσατε
αυτοί
κατασκήνωσαν
Будущее
εγώ
θα κατασκηνώσω
εσύ
θα κατασκηνώσεις
αυτός
θα κατασκηνώσει
εμείς
θα κατασκηνώσουμε
εσείς
θα κατασκηνώσετε
αυτοί
θα κατασκηνώσουν

Примеры

Κατασκηνώνουν στην παραλία κάθε καλοκαίρι.
Они разбивают лагерь на пляже каждое лето. · They camp on the beach every summer.
Κατασκήνωσαν στο δάσος για τρεις ημέρες.
Они установили лагерь в лесу на три дня. · They set up camp in the forest for three days.
Θα κατασκηνώσουμε κοντά στο ποτάμι.
Мы разобьём лагерь рядом с рекой. · We will camp near the river.
Κατασκηνώνονταν στο βουνό τον Αύγουστο.
Они останавливались в горах в августе. · They were camping in the mountains in August.