κατασκευαστικός
[kataskevastˈikos]прилагательноеB2
Значения
1
конструктивный, созидательный
constructive, building-oriented · κατασκευαστικές προτάσεις — конструктивные предложения
2
строительный, относящийся к конструкции
structural, construction-related · κατασκευαστικά υλικά — строительные материалы
Грамматика
мужской род
им.
κατασκευαστικός
вин.
κατασκευαστικό
род.
κατασκευαστικού
зват.
κατασκευαστικέ
женский род
им.
κατασκευαστική
вин.
κατασκευαστική
род.
κατασκευαστικής
зват.
κατασκευαστική
средний род
им.
κατασκευαστικό
вин.
κατασκευαστικό
род.
κατασκευαστικού
зват.
κατασκευαστικό
Примеры
Η κατασκευαστική κριτική είναι πολύ σημαντική για την ανάπτυξη.
Конструктивная критика очень важна для развития. · Constructive criticism is very important for development.
Χρησιμοποιούμε κατασκευαστικά υλικά υψηλής ποιότητας.
Мы используем строительные материалы высокого качества. · We use high-quality construction materials.
Οι κατασκευαστικοί κώδικες πρέπει να τηρούνται αυστηρά.
Строительные нормы должны соблюдаться строго. · Building codes must be strictly observed.
Έχει κατασκευαστική σκέψη για την επίλυση προβλημάτων.
У него конструктивный подход к решению проблем. · He has a constructive approach to solving problems.