κατασκευαστής
[kataskevˈastis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
конструктор, строитель
builder, constructor · ο κατασκευαστής του σπιτιού — строитель дома
2
производитель, изготовитель
manufacturer, maker · κατασκευαστής αυτοκινήτων — автопроизводитель
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κατασκευαστής
вин.
τον κατασκευαστή
род.
του κατασκευαστή
зват.
κατασκευαστή
Мн. ч.
им.
οι κατασκευαστές
вин.
τους κατασκευαστές
род.
των κατασκευαστών
зват.
κατασκευαστές
Примеры
Ο κατασκευαστής ολοκλήρωσε το έργο έγκαιρα.
Строитель завершил проект вовремя. · The builder completed the project on time.
Οι κατασκευαστές αυτοκινήτων συνεργάζονται στην τεχνολογία.
Автопроизводители сотрудничают в области технологий. · Car manufacturers collaborate on technology.
Είμαι κατασκευαστής επίπλων από το 2010.
Я мебельщик с 2010 года. · I've been a furniture maker since 2010.