Греческий словарь
с грамматикой

κατασκευάζω

[kataskevˈazo]глаголB1

Значения

1
строить, конструировать, возводить
to build, to construct, to erect · κατασκευάζω ένα σπίτι — строю дом
2
создавать, изготавливать (что-либо сложное)
to make, to manufacture, to create · κατασκευάζω έναν κινητήρα — создаю двигатель
3
сочинять, придумывать (историю, объяснение)
to devise, to fabricate, to concoct · κατασκευάζει ψεύτικες δικαιολογίες — придумывает ложные оправдания

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατασκευάζω
εσύ
κατασκευάζεις
αυτός
κατασκευάζει
εμείς
κατασκευάζουμε
εσείς
κατασκευάζετε
αυτοί
κατασκευάζουν
Аорист
εγώ
κατασκεύασα
εσύ
κατασκεύασες
αυτός
κατασκεύασε
εμείς
κατασκευάσαμε
εσείς
κατασκευάσατε
αυτοί
κατασκεύασαν
Будущее
εγώ
θα κατασκευάσω
εσύ
θα κατασκευάσεις
αυτός
θα κατασκευάσει
εμείς
θα κατασκευάσουμε
εσείς
θα κατασκευάσετε
αυτοί
θα κατασκευάσουν

Примеры

Κατασκευάζουν ένα νέο δρόμο στην πόλη.
В городе строят новую дорогу. · They are building a new road in the city.
Ο ηλεκτρικός κινητήρας κατασκευάστηκε το 1885.
Электрический двигатель был создан в 1885 году. · The electric motor was constructed in 1885.
Θα κατασκευάσουν το νέο γήπεδο μέχρι το καλοκαίρι.
Они построят новый стадион к лету. · They will build the new stadium by summer.
Ο παππούς του κατασκευάζει μεγάλες ξύλινες σκάφη.
Его дедушка строит большие деревянные лодки. · His grandfather builds large wooden boats.