Греческий словарь
с грамматикой

καταρρέω

[katarˈreo]глаголB2

Значения

1
разрушаться, разваливаться, приходить в упадок
to collapse, to fall into decay, to deteriorate · το κτίριο καταρρέει — здание разваливается
2
литься, стекать вниз
to flow down, to stream down · το νερό καταρρέει από το βουνό — вода стекает с горы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταρρέω
εσύ
καταρρέεις
αυτός
καταρρέει
εμείς
καταρρέουμε
εσείς
καταρρέετε
αυτοί
καταρρέουν
Аорист
εγώ
κατέρρευσα
εσύ
κατέρρευσες
αυτός
κατέρρευσε
εμείς
κατερρεύσαμε
εσείς
κατερρεύσατε
αυτοί
κατέρρευσαν
Будущее
εγώ
θα καταρρεύσω
εσύ
θα καταρρεύσεις
αυτός
θα καταρρεύσει
εμείς
θα καταρρεύσουμε
εσείς
θα καταρρεύσετε
αυτοί
θα καταρρεύσουν

Примеры

Το παλιό σπίτι καταρρέει από τη σκουριά.
Старый дом разваливается от ржавчины. · The old house is crumbling from rust.
Κατέρρευσε η οικονομία της χώρας σε λίγα χρόνια.
Экономика страны развалилась за несколько лет. · The country's economy collapsed in a few years.
Το νερό καταρρέει δυνατά από τον καταρράκτη.
Вода мощно стекает с водопада. · Water streams powerfully down the waterfall.