καταρράκτης
[kataˈraktis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
водопад
waterfall · μεγάλος καταρράκτης — большой водопад
2
катаракта (офтальмологическое заболевание)
cataract (eye disease) · καταρράκτης στο μάτι — катаракта в глазу
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο καταρράκτης
вин.
τον καταρράκτη
род.
του καταρράκτη
зват.
καταρράκτη
Мн. ч.
им.
οι καταρράκτες
вин.
τους καταρράκτες
род.
των καταρρακτών
зват.
καταρράκτες
Примеры
Ο καταρράκτης του Νιαγάρα είναι διάσημος σε όλο τον κόσμο.
Ниагарский водопад знаменит на весь мир. · Niagara Falls is famous all over the world.
Χθες επισκεφτήκαμε έναν υπέροχο καταρράκτη στα βουνά.
Вчера мы посетили восхитительный водопад в горах. · Yesterday we visited a wonderful waterfall in the mountains.
Ο γιατρός διάγνωσε καταρράκτη και του συνέστησε χειρουργείο.
Врач диагностировал катаракту и рекомендовал операцию. · The doctor diagnosed a cataract and recommended surgery.
Οι καταρράκτες αυτού του νησιού προσελκύουν πολλούς τουρίστες.
Водопады этого острова привлекают множество туристов. · The waterfalls of this island attract many tourists.