Греческий словарь
с грамматикой

καταράομαι

[kataˈraome]глаголB2

Значения

1
проклинать, наводить проклятие на кого-либо
to curse, to put a curse on someone · καταράομαι κάποιον — проклинаю кого-то
2
ругать, выругивать
to swear at, to curse verbally · καταράται τους άλλους — ругается на других

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταράομαι
εσύ
καταράσαι
αυτός
καταράται
εμείς
καταρόμαστε
εσείς
καταράσθε
αυτοί
καταράνται
Аорист
εγώ
καταράσθην
εσύ
καταράσθης
αυτός
καταράσθη
εμείς
καταράσθημεν
εσείς
καταράσθητε
αυτοί
καταράσθησαν
Будущее
εγώ
θα καταράσω
εσύ
θα καταράσεις
αυτός
θα καταράσει
εμείς
θα καταράσουμε
εσείς
θα καταράσετε
αυτοί
θα καταράσουν

Примеры

Ο παππούς κατάραται την κακή τύχη του.
Дедушка проклинает свою невезучесть. · Grandfather curses his bad luck.
Δεν πρέπει να καταράσαι τα άλλα παιδιά.
Не должен ругаться на других детей. · You shouldn't curse at other children.
Θα καταράσει την ημέρα που γνώρισε εκείνο το άτομο.
Он будет проклинать день, когда встретил этого человека. · He will curse the day he met that person.
Καταράθηκε ο εχθρός του με όλη την καρδιά του.
Он проклял своего врага всем сердцем. · He cursed his enemy with all his heart.