καταπολέμηση
[katapɔˈlɛmiˌsi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
борьба против чего-либо, противодействие
struggle against something, combating · η καταπολέμηση της φτώχειας — борьба с бедностью
2
подавление, уничтожение (врага, восстания и т.п.)
suppression, elimination (of enemy, rebellion, etc.) · η καταπολέμηση του εχθρού — разгром врага
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καταπολέμηση
вин.
την καταπολέμηση
род.
της καταπολέμησης
зват.
καταπολέμηση
Мн. ч.
им.
οι καταπολεμήσεις
вин.
τις καταπολεμήσεις
род.
των καταπολεμήσεων
зват.
καταπολεμήσεις
Примеры
Η καταπολέμηση της διαφθοράς είναι αναγκαία.
Борьба с коррупцией необходима. · The fight against corruption is necessary.
Σημαντικές προσπάθειες για την καταπολέμηση της ασθένειας.
Значительные усилия по борьбе с болезнью. · Significant efforts for combating the disease.
Οι καταπολεμήσεις των φλόγων διήρκεσαν ώρες.
Борьба с огнём продолжалась часами. · The battles against the flames lasted for hours.