Греческий словарь
с грамматикой

καταπληκτικός

[kataˈpliktikós]прилагательноеB1

Значения

1
поразительный, потрясающий, изумительный
astonishing, amazing, astounding · καταπληκτική επιτυχία — потрясающий успех
2
ужасающий, страшный, устрашающий
terrifying, dreadful, appalling · καταπληκτικό γεγονός — ужасающее событие

Грамматика

мужской род
им.
καταπληκτικός
вин.
καταπληκτικό
род.
καταπληκτικού
зват.
καταπληκτικέ
женский род
им.
καταπληκτική
вин.
καταπληκτική
род.
καταπληκτικής
зват.
καταπληκτική
средний род
им.
καταπληκτικό
вин.
καταπληκτικό
род.
καταπληκτικού
зват.
καταπληκτικό

Примеры

Η ταινία ήταν καταπληκτική και με συγκίνησε πολύ.
Фильм был потрясающим и очень меня тронул. · The film was amazing and moved me deeply.
Το αποτέλεσμα του αγώνα ήταν καταπληκτικό για όλους.
Результат игры был ошеломляющим для всех. · The game result was astounding for everyone.
Έκανε καταπληκτική εντύπωση στη συνέντευξη.
Он произвел потрясающее впечатление на интервью. · He made an outstanding impression at the interview.
Τα καταπληκτικά τοπία της Ελλάδας είναι γνωστά παγκοσμίως.
Потрясающие пейзажи Греции известны во всем мире. · Greece's breathtaking landscapes are known worldwide.