καταπλήσσω
[kataˈpliso]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
приводить в ужас, поражать, потрясать
to shock, to astound, to strike with dismay · το νέο με κατάπληξε — новость меня потрясла
2
парализовать, приковать (мысли, чувства)
to paralyze, to grip (with fear or emotion) · φόβος κατάπληξε τους κατοίκους — страх овладел жителями
Грамматика
Настоящее время
εγώ
καταπλήσσω
εσύ
καταπλήσσεις
αυτός
καταπλήσσει
εμείς
καταπλήσσουμε
εσείς
καταπλήσσετε
αυτοί
καταπλήσσουν
Аорист
εγώ
κατάπληξα
εσύ
κατάπληξες
αυτός
κατάπληξε
εμείς
κατάπληξαμε
εσείς
κατάπληξατε
αυτοί
κατάπληξαν
Будущее
εγώ
θα καταπλήξω
εσύ
θα καταπλήξεις
αυτός
θα καταπλήξει
εμείς
θα καταπλήξουμε
εσείς
θα καταπλήξετε
αυτοί
θα καταπλήξουν
Примеры
Τα νέα κατάπληξαν όλους στο γραφείο.
Новость потрясла всех в офисе. · The news shocked everyone in the office.
Ο ηθοποιός καταπλήσσει το κοινό με τη δύναμή του.
Актёр поражает публику своей силой. · The actor astounds the audience with his power.
Θα καταπληχθούμε αν μάθουμε την αλήθεια.
Мы будем потрясены, если узнаем правду. · We will be shocked if we learn the truth.
Ο φόβος κατάπληξε τους παιδιάτρους εκείνη τη νύχτα.
Страх овладел врачами той ночью. · Fear gripped the doctors that night.