Греческий словарь
с грамматикой

καταπατώ

[katapαˈto]глаголB1

Значения

1
топтать, попирать, топтать ногами
to tread on, to trample, to step on · καταπατώ το χορτάρι — топтать траву
2
нарушать, попирать (права, закон)
to violate, to infringe, to trample on (rights, laws) · καταπατώ τα δικαιώματα — нарушать права

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταπατώ
εσύ
καταπατάς
αυτός
καταπατά
εμείς
καταπατάμε
εσείς
καταπατάτε
αυτοί
καταπατάνε
Аорист
εγώ
κατάπατησα
εσύ
κατάπατησες
αυτός
κατάπατησε
εμείς
κατάπατησαμε
εσείς
κατάπατησατε
αυτοί
κατάπατησαν
Будущее
εγώ
θα καταπατήσω
εσύ
θα καταπατήσεις
αυτός
θα καταπατήσει
εμείς
θα καταπατήσουμε
εσείς
θα καταπατήσετε
αυτοί
θα καταπατήσουν

Примеры

Τα παιδιά καταπατούσαν τα λουλούδια στον κήπο.
Дети топтали цветы в саду. · The children trampled the flowers in the garden.
Ο κυβερνήτης κατάπατησε τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών.
Правитель нарушил основные права граждан. · The ruler violated the fundamental rights of citizens.
Δεν πρέπει να καταπατάς την αξιοπρέπεια των άλλων.
Ты не должен попирать достоинство других людей. · You must not trample on the dignity of others.
Θα καταπατήσουν την νομοθεσία αν δεν τους σταματήσουμε.
Они будут нарушать закон, если мы их не остановим. · They will violate the law if we don't stop them.