Греческий словарь
с грамматикой

καταπίνω

[katapˈino]глаголB1

Значения

1
глотать, проглатывать
to swallow · καταπίνω νερό — глотаю воду
2
проглатывать (с трудом, неохотно)
to swallow (with difficulty or reluctance) · δύσκολο να καταπιεῖ τη δική του υπερηφάνεια — трудно проглотить собственную гордость

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταπίνω
εσύ
καταπίνεις
αυτός
καταπίνει
εμείς
καταπίνουμε
εσείς
καταπίνετε
αυτοί
καταπίνουν
Аорист
εγώ
κατάπια
εσύ
κατάπιες
αυτός
κατάπιε
εμείς
καταπιάσαμε
εσείς
καταπιάσατε
αυτοί
κατάπιαν
Будущее
εγώ
θα καταπιώ
εσύ
θα καταπιείς
αυτός
θα καταπιεί
εμείς
θα καταπιούμε
εσείς
θα καταπιείτε
αυτοί
θα καταπιούν

Примеры

Κατάπιε το φάρμακο με νερό.
Он проглотил таблетку с водой. · He swallowed the pill with water.
Δύσκολα καταπίνει αυτή τη μορφή ήττας.
Ему трудно проглотить это поражение. · He finds it hard to swallow this defeat.
Το παιδί κατάπιε το ψάρι ολόκληρο.
Ребёнок проглотил рыбу целиком. · The child swallowed the fish whole.
Καταπιώ αργά, δεν βιάζομαι.
Буду глотать медленно, не торопиться. · I'll swallow slowly, there's no hurry.