Греческий словарь
с грамматикой

καταντώ

[katanˈto]глаголB1

Значения

1
оканчиваться, кончаться; доходить (до какого-то состояния)
end up, come to, reach (a state or condition) · κατάντησε άνεργος — закончил безработным
2
опускаться, деградировать
sink to, fall to (a lower state) · κατάντησε σε φτώχεια — впал в нищету

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταντώ
εσύ
καταντάς
αυτός
καταντά
εμείς
καταντούμε
εσείς
καταντάτε
αυτοί
καταντούν
Аорист
εγώ
κατάντησα
εσύ
κατάντησες
αυτός
κατάντησε
εμείς
καταντήσαμε
εσείς
καταντήσατε
αυτοί
κατάντησαν
Будущее
εγώ
θα καταντήσω
εσύ
θα καταντήσεις
αυτός
θα καταντήσει
εμείς
θα καταντήσουμε
εσείς
θα καταντήσετε
αυτοί
θα καταντήσουν

Примеры

Αν δεν σπουδάσεις, θα καταντήσεις άνεργος.
Если не учишься, закончишь безработным. · If you don't study, you'll end up unemployed.
Η πόλη κατάντησε σε κατάσταση χάους.
Город пришёл в состояние полного хаоса. · The city came to a state of chaos.
Καταντούμε να μιλάμε μόνο για δουλειά.
Мы дошли до того, что говорим только о работе. · We've come to the point where we only talk about work.
Κατάντησε να ζητιανεύει στο δρόμο.
Он дошёл до того, что побирается на улице. · He sank to begging in the streets.