Греческий словарь
с грамматикой

καταναλώνω

[katanaˈlono]глаголB1

Значения

1
потреблять, расходовать
consume, use up · καταναλώνει πολλή ενέργεια — потребляет много энергии
2
тратить, израсходовать (деньги, время)
spend, expend (money, time) · καταναλώνει όλα του τα χρήματα — тратит все свои деньги

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταναλώνω
εσύ
καταναλώνεις
αυτός
καταναλώνει
εμείς
καταναλώνουμε
εσείς
καταναλώνετε
αυτοί
καταναλώνουν
Аорист
εγώ
κατανάλωσα
εσύ
κατανάλωσες
αυτός
κατανάλωσε
εμείς
κατανalώσαμε
εσείς
κατανalώσατε
αυτοί
κατανάλωσαν
Будущее
εγώ
θα καταναλώσω
εσύ
θα καταναλώσεις
αυτός
θα καταναλώσει
εμείς
θα καταναλώσουμε
εσείς
θα καταναλώσετε
αυτοί
θα καταναλώσουν

Примеры

Ο κινητήρας καταναλώνει πολλή βενζίνη.
Двигатель потребляет много бензина. · The engine consumes a lot of petrol.
Κατανάλωσε όλο του το εισόδημα σε ένα χρόνο.
Он потратил весь свой доход за год. · He spent all his income in one year.
Οι καταναλωτές καταναλώνουν περισσότερο τους χειμώνες.
Потребители расходуют больше зимой. · Consumers use more in winter.
Δεν θα κατανalώσεις τόσα χρήματα αν προσέχεις.
Ты не потратишь столько денег, если будешь осторожен. · You won't spend that much money if you're careful.