καταναλωτής
[katanaloˈtis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
потребитель, покупатель
consumer, buyer · ο καταναλωτής αγοράζει προϊόντα — потребитель покупает товары
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο καταναλωτής
вин.
τον καταναλωτή
род.
του καταναλωτή
зват.
καταναλωτή
Мн. ч.
им.
οι καταναλωτές
вин.
τους καταναλωτές
род.
των καταναλωτών
зват.
καταναλωτές
Примеры
Οι καταναλωτές αναζητούν προϊόντα καλής ποιότητας.
Потребители ищут товары хорошего качества. · Consumers are looking for quality products.
Αυτή η νέα πολιτική προστατεύει τον καταναλωτή.
Эта новая политика защищает потребителя. · This new policy protects the consumer.
Ο δικαιώματα του καταναλωτή είναι σημαντικά.
Права потребителя очень важны. · Consumer rights are important.