Греческий словарь
с грамматикой

κατανέμω

[katanˈɛmo]глаголB2

Значения

1
распределять, раздавать (что-либо между несколькими лицами или группами)
distribute, allocate (something among several people or groups) · κατανέμω ανθρώπους σε ομάδες — распределяю людей по группам
2
делить, разделять (площадь, территорию, ресурсы)
divide, apportion (area, territory, resources) · κατανέμω το εδάφος — распределяю территорию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατανέμω
εσύ
κατανέμεις
αυτός
κατανέμει
εμείς
κατανέμουμε
εσείς
κατανέμετε
αυτοί
κατανέμουν
Аорист
εγώ
κατανέμησα
εσύ
κατανέμησες
αυτός
κατανέμησε
εμείς
κατανέμησαμε
εσείς
κατανέμησατε
αυτοί
κατανέμησαν
Будущее
εγώ
θα κατανέμω
εσύ
θα κατανέμεις
αυτός
θα κατανέμει
εμείς
θα κατανέμουμε
εσείς
θα κατανέμετε
αυτοί
θα κατανέμουν

Примеры

Η κυβέρνηση κατανέμει τα κονδύλια σε διάφορες περιοχές.
Правительство распределяет средства между различными регионами. · The government allocates funds to various regions.
Κατανέμησαν τους εργάτες σε τέσσερις ομάδες.
Они распределили рабочих на четыре группы. · They divided the workers into four teams.
Ο χρόνος κατανέμεται άνισα μεταξύ των μαθημάτων.
Время распределяется неравномерно между предметами. · Time is allocated unevenly among the subjects.
Θα κατανέμουν τα δώρα στα παιδιά αύριο.
Завтра они будут раздавать подарки детям. · They will hand out gifts to the children tomorrow.