καταμέτρηση
[katameˈtrisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
подсчёт, исчисление, учёт
counting, enumeration, census · καταμέτρηση του πληθυσμού — перепись населения
2
оценка, измерение (в переносном смысле)
assessment, measurement, appraisal · καταμέτρηση των δυνάμεων — оценка своих сил
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καταμέτρηση
вин.
την καταμέτρηση
род.
της καταμέτρησης
зват.
καταμέτρηση
Мн. ч.
им.
οι καταμετρήσεις
вин.
τις καταμετρήσεις
род.
των καταμετρήσεων
зват.
καταμετρήσεις
Примеры
Η καταμέτρηση του πληθυσμού γίνεται κάθε δέκα χρόνια.
Перепись населения проводится каждые десять лет. · The census of the population is conducted every ten years.
Χρειάζεται προσεκτική καταμέτρηση των εξόδων του προϋπολογισμού.
Необходим тщательный учёт расходов бюджета. · A careful accounting of budget expenses is needed.
Οι καταμετρήσεις των ψήφων ολοκληρώθηκαν χθες το βράδυ.
Подсчёт голосов завершился вчера вечером. · The vote count was completed yesterday evening.