καταλύτης
[kataˈlitis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
катализатор (вещество, ускоряющее химическую реакцию)
catalyst (a substance that accelerates a chemical reaction) · καταλύτης στη χημεία — катализатор в химии
2
катализатор (то, что способствует наступлению события)
catalyst (something that precipitates an event) · καταλύτης για αλλαγές — катализатор перемен
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο καταλύτης
вин.
τον καταλύτη
род.
του καταλύτη
зват.
καταλύτη
Мн. ч.
им.
οι καταλύτες
вин.
τους καταλύτες
род.
των καταλυτών
зват.
καταλύτες
Примеры
Ο καταλύτης επιταχύνει την χημική αντίδραση.
Катализатор ускоряет химическую реакцию. · The catalyst accelerates the chemical reaction.
Αυτό το γεγονός ήταν ο καταλύτης της επανάστασης.
Это событие стало катализатором революции. · This event was the catalyst for the revolution.
Οι καταλύτες είναι σημαντικοί στη βιομηχανία.
Катализаторы важны в промышленности. · Catalysts are important in industry.