καταλληλότητα
[kataliˈlotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
пригодность, соответствие, уместность
suitability, appropriateness, fitness · η καταλληλότητα ενός υποψηφίου — пригодность кандидата
2
способность, квалификация, компетентность
capability, qualification, competence · καταλληλότητα για το έργο — способность справиться с работой
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καταλληλότητα
вин.
την καταλληλότητα
род.
της καταλληλότητας
зват.
καταλληλότητα
Мн. ч.
им.
οι καταλληλότητες
вин.
τις καταλληλότητες
род.
των καταλληλοτήτων
зват.
καταλληλότητες
Примеры
Η καταλληλότητα του υποψηφίου ήταν αναμφίβολη.
Пригодность кандидата была несомненной. · The candidate's suitability was beyond doubt.
Αμφισβήτησαν την καταλληλότητά του για την θέση.
Они поставили под сомнение его способность занять эту должность. · They questioned his fitness for the position.
Η επιτροπή αξιολόγησε τις καταλληλότητες όλων των υποψηφίων.
Комиссия оценила квалификацию всех кандидатов. · The committee assessed the qualifications of all candidates.