Греческий словарь
с грамматикой

καταλείπω

[kataˈlipo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
оставлять, покидать (место, человека)
to leave, to abandon (a place, a person) · κατάλειψε το σπίτι — покинул дом
2
оставлять в наследство, завещать
to leave behind, to bequeath (in a will) · κατάλειψε περιουσία στα παιδιά του — оставил имущество своим детям

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταλείπω
εσύ
καταλείπεις
αυτός
καταλείπει
εμείς
καταλείπουμε
εσείς
καταλείπετε
αυτοί
καταλείπουν
Аорист
εγώ
κατάλειψα
εσύ
κατάλειψες
αυτός
κατάλειψε
εμείς
καταλείψαμε
εσείς
καταλείψατε
αυτοί
κατάλειψαν
Будущее
εγώ
θα καταλείψω
εσύ
θα καταλείψεις
αυτός
θα καταλείψει
εμείς
θα καταλείψουμε
εσείς
θα καταλείψετε
αυτοί
θα καταλείψουν

Примеры

Κατάλειψε το χωριό του όταν ήταν νέος.
Он покинул своё село, когда был молод. · He left his village when he was young.
Δεν με καταλείπεις εδώ μόνη, σωστά;
Ты же не оставишь меня здесь одну? · You're not leaving me here alone, are you?
Η χήρα κατάλειψε όλα της τα χρήματα στο μοναστήρι.
Вдова завещала все свои деньги монастырю. · The widow bequeathed all her money to the monastery.
Αν φύγω τώρα, θα καταλείψω πολλά πράγματα ημιτελή.
Если я уйду сейчас, оставлю много незавершённых дел. · If I leave now, I'll leave many things unfinished.